Ημουν παιδί του δημοτικού όταν συνέβησαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Λίγες προσωπικές μνήμες έχω από 'κείνη τη μέρα, και όχι από τον συγκεκριμένο χώρο, πως θα μπορούσα άλλωστε πήγαινα μόνο Γ΄ Δημοτικού, κι'αυτές ξεθωριάζουν χρόνο με τον χρόνο.
Ηταν Παρασκευή 16 Νοέμβη, βρισκόμουν στο ιδιωτικό σχολείο "Λύκειο Βάσκα", η μέρα είχε ξεκινήσει με ανησυχία, αν και το σχολικό είχε περάσει κανονικά στην ώρα του να με πάρει.Οι πρώτες ώρες είχαν κυλήσει, προς τη μέση της μέρας μπήκε η Δ/ντρια του σχολικού συγκροτήματος, και μας είπε να περάσουμε από το γραφείο της, να ειδοποιήσουμε τους δικούς μας να έρθουν με δικό τους μέσο να μας πάρουν.
Βγαίνοντας από την τάξη άκουσα ότι ο Διομήδης μαθητής του Γυμνασίου, δεν ήταν στο σχολείο, αλλά στο Πολυτεχνείο (μίλαγαν για τον Διομήδη Κομνηνό), δεν θυμάμαι αν ήταν ήδη νεκρός όταν έγινε αυτή η συζήτηση.
Καθώς πήρα τηλέφωνο στο σπίτι ανακάλυψα με φρίκη ότι δεν βρισκόταν κανείς εκεί για να ειδοποιήσω, δεν γνώριζα ότι από μόνοι τους οι γονείς μου είχαν ξεκινήσει βλέποντας τις κρίσιμες και επικίνδυνες ώρες που διαδραματίζονταν στην χώρα μας.
Η ώρα περνούσε και δεν ερχόταν κανείς για μένα, το σχολείο κόντευε να αδειάσει, δεν μπορούσα να δικαιολογήσω τόση καθυστέρηση από μέρους των γονιών μου, το σχολείο βρισκόταν στου Ζωγράφου και το σπίτι στο Παγκράτι πολύ μικρή απόσταση για ένα αυτοκίνητο, τότε πήρα μία τρελή απόφαση, θα ξεκινούσα κρυφά με τα πόδια για το σπίτι (μη με δει κανένας δάσκαλος και δεν με άφηνε να φύγω). Ήθελα όσο τον δυνατόν πιο γρήγορα να βρεθώ κοντά στους δικούς μου, αψηφώντας τον κίνδυνο(δεν είχα καταλάβει το μεγάλο μέγεθος του κινδύνου)έφυγα, πήρα την διαδρομή του σχολικού, ο προσανατολισμός μου λειτουργούσε τέλεια παρ' όλο το μικρό της ηλικίας μου, έβλεπα τρομαγμένες μορφές στο δρόμο να περπατάνε βιαστικά, με όσους αντάλλαξα βλέμμα θυμάμαι ότι έπαιρναν μια έκφραση απορίας πως ένα τόσο μικρό παιδί ήταν στους δρόμους και προχώραγε μια τέτοια μέρα.
Θα είχαν περάσει πάνω από δύο ώρες όταν έφτασα στην είσοδο του σπιτιού κάτω ήταν ο θυρωρός και έτσι βρήκα ανοιχτά.
Ανέβηκα στο σπίτι κανείς ακόμα εκεί, η στεναχώρια μου μεγάλωνε, που ήταν οι δικοί μου, δεν είχαν έρθει στο σχολείο αλλά ουτε στο σπίτι ήταν.
Κάθησα στις σκάλες και περίμενα, μετά από ώρα είδα την πόρτα του ασανσέρ να ανοίγει, είχαν γυρίσει, και δάκρια χαράς με πλημμύρισαν, όλο αγωνία και εκείνοι με αγκάλιασαν, δεν ήξεραν αν έπρεπε να με μαλώσουν για την τρέλα μου η να με φιλήσουν που ήμουν καλά.
Καθώς δεν είχαμε δικό μας αυτοκίνητο, είχαν αναγκαστεί να πάνε με το αυτοκίνητο μίας φίλης της μητέρας μου, να πάρει πρώτα εκείνη τον γιο της από το δικό του σχολείο και μετά να παραλάβουν και μένα από το δικό μου, όταν έφτασαν στο σχολείο μου κόντεψαν να τρελαθούν με την απουσία μου, όλη αυτή η καθυστέρηση δημιούργησε αυτή την περιπέτεια...Απ' όταν μπήκα σπίτι το μόνο που θυμάμαι πλέον είναι η χαρακτηριστική φωνή της Δαμανάκη να λέει στο ραδιόφωνο: «Εδώ Πολυτεχνείο! Σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων.»
Ο δρόμος για την δημοκρατία είχε ήδη χαραχτεί ήταν όμως ποτισμένος με αίμα όπως και κάθε αγώνας για την ελευθερία.

Από την εφημερίδα Εθνος είναι το παρακάτω άρθρο:
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου μέσα από τα μάτια των δικαστών...
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ανήκει πια στην ιστορία. Το χρονικό του ιστορικού τετραημέρου 14-17 Νοεμβρίου 1973 έχει γραφεί και ξαναγραφεί, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες μεγάλες στιγμές, αρκετές φορές στα 34 χρόνια που μεσολαβούν. Η καταγραφή του, όμως, δεν είναι η τελική, καθώς ένα πλήρες κρίσιμο αρχειακό υλικό δεν έχει ακόμη συγκεντρωθεί για πολλούς λόγους. Το Πολυτεχνείο, άλλωστε, είναι μια περίοδος που δεν αρχίζει με την κατάληψη, ούτε τελειώνει με το γκρέμισμα της πύλης από τα τανκς. Κλασικό δείγμα για τα ορατά κενά στην καταγραφή και κατανόηση του Πολυτεχνείου είναι η παρεμβολή, κατά τη φάση της δραματικής κορύφωσης και μετά, της ομάδας των Ιωαννίδη - Γκιζίκη για την ανατροπή του Παπαδόπουλου και την επιβολή της δικής του χούντας στις 25 Νοεμβρίου 1973. Εννοείται πως αυτό δεν είναι και το μοναδικό, που μένει να συμπληρώσει η τεκμηριωμένη με αρχειακά υλικά ιστορία...
Από τις γραπτές ή προφορικές μαρτυρίες, που έχουν καταγραφεί ως χρονικά των γεγονότων, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δικαστικά ντοκουμέντα, στα οποία στηρίχτηκε η δίκη των υπευθύνων για τη σφαγή του Πολυτεχνείου.Τα όσα συγκεντρώθηκαν κατά την ανακριτική διαδικασία και χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικό υλικό για τη σφαγή συγκροτούν, θα λέγαμε, το χρονικό της εξέγερσης, με τα μάτια των δικαστικών της εποχής - τα όχι και τόσο ορθάνοιχτα τότε. Με βάση αυτό έκριναν και καταδίκασαν στη μια ή στην άλλη ποινή, ή και αθώωσαν, όσους (ελάχιστους) θεωρήθηκαν υπεύθυνοι ως αυτουργοί και ηθικοί αυτουργοί για τις ανθρωποκτονίες.
Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
Το άρμα συνέτριψε την πύλη και εισήλθε 10 μέτρα εντός του προαυλίου
«Την 02.43 ώραν (ξημερώματα Σαββάτου 17 Νοεμβρίου) τάσσεται μικρά, ίσως 15λεπτος, προθεσμία εις τους σπουδαστάς δια να εξέλθουν. Μερικοί εκ των εγκλείστων ήρχισαν να απασφαλίζουν την είσοδον και τελικώς το επέτυχαν.
Εδυσχεραίνετο όμως η έξοδος διότι όπισθεν της πύλης είχεν τοποθετηθή και ευρίσκετο αυτοκίνητον Μερσεντές.
Και ενώ η μεν πρόθεσις των εγκλείστων προς έξοδον είχε καταστή εμφανής, προσπάθεια δε κατεβάλλετο δια την απομάκρυνσιν του φράσσοντας την πύλην αυτοκινήτου, ανυπόμονος Ιλαρχος, αυτόθι ιστάμενος, απώλεσε την ψυχραιμίαν του και εν οργή ανεφώνησεν:
"Τσογλάνια ρεζιλεύετε το στράτευμα..." και αμέσως έδωσε την διαταγήν της εισόδου.
Το άρμα εκινήθη μετά δυνάμεως, συνεκλόνισε την πύλην, κατέστρεψε τους μαρμάρινους κίονας της εισόδου, συνέτριψε και κατέρριψε την εξώθυραν και ακολούθως κυριολεκτικώς ισοπέδωσεν το προεκτεθέν αυτοκίνητον, εισελθόν εις βάθος 10 περίπου μέτρων εντός του προαυλίου του Πολυτεχνείου...
Ομάς Αξιωματικών και άνδρες της δυνάμεως καταδρομών, ακολουθούντες το άρμα εισέρχονται εις το Πολυτεχνείον πυροβολούντες. Εντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον του εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Και άρχεται ακολούθως η έξοδος. Οι εγγύς της κατακρημνησθείσης πύλης ευρισκόμενοι εξέρχονται πρώτοι. Οι περισσότεροι, όμως, πηδούν εκ των παραθύρων και των κιγκλιδωμάτων.
Υπό την πίεσιν πλήθους ανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα των προς την οδόν Στουρνάρα κιγκλιδωμάτων. Και δια του δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Κατευθύνονται προς όλα τα σημεία, απομακρυνόμενοι. Νέον, όμως, δι αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Υβρεις κατ αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται...»
(Από το πόρισμα του Δ. Τσεβά, στο οποίο στηρίχτηκε το βούλευμα για την παραπομπή σε δίκη των δολοφόνων του Πολυτεχνείου)
Πυροβολητές και άρματα σκορπίζουν τον θάνατο
«Από παντού τους καταδιώκουν και τους κτυπούν (όσους διαφεύγανε από το Πολυτεχνείο). Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή κτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ αυτών, ενώ εις το άνδηρον (ταράτσα) ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον...
Εις τα άνδηρα των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί. Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου, των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών των αιματηρών γεγονότων... Συνελήφθησαν χίλια περίπου άτομα...
Η επιχείρησις του Πολυτεχνείου έληξε με άσματα των στρατιωτικών τμημάτων. Δεν ετερματίεται όμως εδώ η αιματηρά επέμβασις προς κατάπνιξιν της ελευθερίας και διατήρησιν του δικτατορικού καθεστώτος.
Αστυνομικά όργανα πυροβολούν εν ψυχρώ ανυπόπτους διαβάτας, ενώ τα επί των κεντρικών οδών της πρωτευούσης κινούμενα άρματα μάχης σκορπίζουν τον θάνατο.
Οι επ αυτών πυροβολιταί βάλλουν επί κινουμένων ανθρωπίνων στόχων.
Οι επί του κτιρίου του ΟΤΕ, της οδού Πατησίων, εγκατεστημένοι στρατιώται πυροβολούν προς πάσαν κατεύθυνσιν....»
(Από το βούλευμα των δικαστικών Κ. Βαδάκη, Αρ. Τούση, Ι. Κουσουλού, Χρ. Χριστοφορίδου και Ι. Πρεμέτη)